Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

selective breeding


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο selective παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: breeding
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
selective adj(involving selection)επιλεκτικός επίθ
 Being selective about genetic traits has produced many new dog breeds.
selective adj(discriminating)επιλεκτικός επίθ
 The company is very selective in hiring new employees.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
selective attention n(mental focus on [sth] in particular)επιλεκτική προσοχή έκφρ
 The boy's selective attention helped him ignore his parents' calls.
selective cutting,
selective logging
n
(forestry: felling of certain trees) (προστασία δασών)επιλεκτική υλοτομία επίθ + ουσ θηλ
selective mute n([sb] unable to speak in certain situations)άτομο με επιλεκτική αλαλία περίφρ
  αυτός που πάσχει από επιλεκτική αλαλία περίφρ
selective service n(compulsory period spent in the military)στρατιωτική θητεία επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'selective breeding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση selective breeding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «selective breeding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!